ανίκητος


ανίκητος
[аникитос] εκ. непобедимый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ανίκητος" в других словарях:

  • Ἀνίκητος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανίκητος — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Απελεύθερος του Νέρωνα και παιδαγωγός του (1ος αι. μ.Χ.). Συμμετείχε στην οργάνωση της δολοφονίας της μητέρας του Νέρωνα Αγριππίνας και τον βοήθησε να καταδικάσει σε θάνατο τη γυναίκα του Οκταβία καταγγέλλοντάς την με …   Dictionary of Greek

  • ανίκητος — η, ο εκείνος τον οποίο δε νίκησε ή δεν μπορεί να νικήσει κανείς: Ο Μ. Αλέξανδρος έμεινε ως το τέλος της ζωής του ανίκητος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀνίκητος — ἀνί̱κητος , ἀνίκητος unconquered masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνικήτοιο — Ἀνίκητος masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνικήτοις — Ἀνίκητος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνικήτοισιν — Ἀνίκητος masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνικήτου — Ἀνίκητος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνικήτους — Ἀνίκητος masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀνικήτων — Ἀνίκητος masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)